top of page

Όταν η Μπέατρις Κέντρικ θα άνοιγε κάποτε τα όμορφα μάτια της -άγνωστο ύστερα από πόσον καιρό- δεν θ' αργούσε να συνειδητοποιήσει πως ο κόσμος γύρω της δεν ήταν ο κόσμος που θυμόταν, ο κόσμος που σ' αυτόν είχε ζήσει μέχρι τότε. Από το μικρό, πάντα σε τάξη, γραφειάκι της, το μόνο που σώζονταν ήταν το γυάλινο μελανοδοχείο της. Όλα τα άλλα είχαν καταστραφεί, κρέμονταν σε κουρέλια και σε στάχτες. Έντρομη και χωρίς αιδώ, θα διαπίστωνε πως το κομψό φορεματάκι που φορούσε την τελευταία φορά, τώρα ήταν ένα σάπιο κουρέλι που γρήγορα έπεσε από πάνω της αποκαλύπτοντας όλη τη σάρκινη ανατομία του κορμιού της. Όμως, η καταστροφή δεν περιορίζονταν μόνο μέσα σ' αυτό το μεγάλο κτίριο, όπου η ίδια είχε μια θέση γραμματέως έξω από το παράθυρο, ως εκεί που έφτανε το μάτι, στο Λόνγκ Άιλαντ και στο Μπρούκλυν, όλα έδειχναν σαν να τα είχε χτυπήσει ανελέητα μια βιβλική θεομηνία, ενώ πουθενά γύρω δεν υπήρχε ανθρώπινη ψυχή. Πουθενά, εκτός απ' το διπλανό γραφείο, όπου ο προϊστάμενός της, ο μηχανικός Άλλαν Στερν, θα δοκίμαζε κι αυτός με τη σειρά του το ίδιο δυσάρεστο "σοκ" από τα χαλάσματα που θα αντίκρυζε. Ωστόσο, για την κατατρομαγμένη Μπέατρις, η παρουσία ενός άνδρα θα ήταν μια σοβαρή ανακούφιση, αφού τώρα θα είχε ένα σύντροφο, να αντιμετωπίσει μαζί του ένα αύριο -αν υπήρχε βέβαια Αύριο- άγνωστο και, αναμφίβολα, γεμάτο θανάσιμους κινδύνους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΙ ΤΗΣ ΜΑΝΤΙΣΟΝ ΣΚΟΥΕΑΡ

6,90 €Τιμή
Μόνο 1 σε απόθεμα
    bottom of page